αἰθάν

αἰθά̱ν , αἰθός
burnt
fem acc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰθᾶν — Αἴθη fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθᾶν — αἰθός burnt masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -όλη — χημ. κατάληξη (< λατ. ole um), που σύμφωνα με τη συστηματική ονοματολογία υποδηλώνει την παρουσία μιας ή περισσότερων ομάδων αλκοολικού υδροξυλίου στο μόριο μιας οργανικής ένωσης, λ.χ. αιθαν όλη (αιθυλική αλκοόλη). Η ίδια κατάληξη απαντά συχνά …   Dictionary of Greek

  • Αζαρίας — I Όνομα βιβλικών προσώπων. 1. Βασιλιάς του Ιούδα (779 740 π.Χ.).Γιοςτου Αμασίου ή Αμεσσίου και της Ιεχελία. Αναφέρεται και ως Οζίας. Ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία 16 ετών. Η βασιλεία του υπήρξε καλή. Παραμέλησε, όμως, τα καθήκοντά του προς τον Θεό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.